Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ?


ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛ.ΑΣ.: ΕΝΑΣ ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ.
                                    του Δρ. Κωνσταντίνου Δούβλη
Το θέμα της αυξημένης εγκληματικότητας, της εγκληματοφοβίας και του κοινού περί… ασφάλειας αισθήματος, απασχολούν όλο και περισσότερο την προεκλογική Ελλάδα. Μέσα στην φρενίτιδα της κομματικής αντιπαράθεσης, ίσως αυτή η περίοδος να αποτελεί πρόσφορο έδαφος για να ακουστούν και μερικές αλήθειες όσον αφορά τον εκσυγχρονισμό της αστυνόμευσης στη χώρα μας.
Η ΕΛ.ΑΣ είναι «σαρξ εκ της σαρκός» της Ελληνικής κοινωνίας. Συγκεντρώνει όλες τις παθογένειες αλλά και όλα τα προτερήματα του λαού μας. Κακή οργάνωση, «ωχαδερφισμός», προχειρότητα αλλά ταυτοχρόνως φιλότιμο, μεγαλοψυχία, έξυπνες λύσεις και θάρρος..
Αντιφατικά? Ίσως. Όσο αντιφατικοί είμαστε όλοι μας στην καθημερινότητά μας…
Προ ετών σε ομιλία μου στην ακαδημία ενός αστυνομικού σώματος στις ΗΠΑ, ένας Δόκιμος μου έκανε την εξής αφοπλιστική ερώτηση: “Καλές οι ακαδημαϊκές αναλύσεις από εσάς τους εγκληματολόγους. Εγώ  όμως θα βρεθώ σε λίγο στο πεζοδρόμιο. Θέλω πρακτικές λύσεις. Μπορείτε να μου τις προσφέρετε»?
Πόση αλήθεια κρύβεται μέσα σ αυτές τις λίγες λέξεις! Το αστυνομικό έργο αναλύεται κοινωνιολογικά , ψυχολογικά , πολιτικά, ιστορικά από μια πλειάδα κοινωνικών επιστημόνων. Πόσο εύκολα όμως ξεχνάμε ότι η αστυνόμευση διατηρεί κάποια στοιχεία «τέχνης» που απαιτούν και μια πρακτική προσέγγιση.
Έχοντας αυτές τις σκέψεις υπ όψιν, αποφάσισα να παρουσιάσω έναν σύντομο πρακτικό κατάλογο με εφαρμόσιμες λύσεις για τον διακαή πόθο όλων μας: Τον εκσυγχρονισμό της ΕΛ.ΑΣ. 
Πρακτικά. Ρεαλιστικά. Υπεύθυνα. Με τρόπο εφαρμόσιμο.
·         Βήμα πρώτο: Κατάργηση της Σχολής Αξιωματικών. Ο λόγος για την ίδρυση ανωτάτων σχολών Αστυνομίας ήταν η αναβάθμιση του επιπέδου σπουδών και, κατά συνέπεια, του επαγγέλματος. Κατανοητή και λογική η επιθυμία, αλλά δυστυχώς δημιούργησε περισσότερα προβλήματα από όσα έλυσε διότι δεν έλαβε υπ όψιν τις ιδιαιτερότητες του χώρου. Το αστυνομικό έργο βασίζεται στην βαθιά γνώση της κοινωνικής πραγματικότητας. Εκτός από επιστημονική γνώση, απαιτεί εμπειρία και δυνατότητα ενδελεχούς ανάλυσης σύνθετων κοινωνικο-πολιτικών και ψυχολογικών διεργασιών. Τέτοιου είδους σύνθετη γνώση δε μπορεί να αποκτηθεί μέσα σε 4 χρόνια σπουδών ώστε ένας νέος 22 ετών να μπορέσει να ασκήσει διοίκηση. Το επιχείρημα ότι «22χρονοι πετάνε F 16» δεν ευσταθεί. Οι 22 χρονοι πιλότοι πρέπει να είναι μαχητές. Οι 22 χρονοι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. πρέπει να είναι «ψυχολόγοι του πεζοδρομίου». Τεράστια και αυτονόητη η διαφορά.

·         Βήμα δεύτερο: Αξιωματικοί ειδικών, όχι «γενικών», καθηκόντων.

Ζούμε στην εποχή της απόλυτης εξειδίκευσης. Για την ουσιαστική αναβάθμιση του αστυνομικού έργου είναι απαραίτητη η προσαρμογή της ΕΛ.ΑΣ και σε αυτή την πραγματικότητα. Οι αστυνομικοί, ως σύγχρονοι επαγγελματίες, πρέπει να απαλλαγούν από την λογική «όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω» και να αποκτήσουν εξειδίκευση σ ένα αντικείμενο με το οποίο θα αρχίζουν και τα τελειώνουν την καριέρα τους. Οι σύγχρονες προκλήσεις στα θέματα ασφάλειας και εγκληματικότητας περιλαμβάνουν κακοποιούς με ‘επιστημονική εξειδίκευση’ σε διάφορες κατηγορίες εγκλημάτων (πχ τρομοκρατία, ηλεκτρονικό έγκλημα κλπ.) Οι διώκτες τους πρέπει να πράξουν ακριβώς το ίδιο.

·         Βήμα τρίτο: Απογαλακτισμός του αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ από το Υπουργείο.
Οι εποχές που η αστυνομία θεωρείτο ανεξέλεγκτη και επιρρεπής σε εξωθεσμικές επιρροές έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Οι σύγχρονοι αστυνομικοί και δημοκράτες είναι και καταρτισμένοι ώστε να τους δοθεί κάποια επαγγελματική και υπηρεσιακή ανεξαρτησία. Το φαινόμενο του να παρεμβαίνει ο εκάστοτε υπουργός ακόμα και στην επιχειρησιακή (!) δράση της αστυνομίας είναι αναχρονιστικό και απαράδεκτο. Εμφανίζει τους αστυνομικούς ως ευνουχισμένους και ανίκανους να διαχειριστούν τα του οίκου τους. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, δε προτείνω την δίχως πολιτικό έλεγχο αστυνομία. Στις δημοκρατίες οι πολιτικοί, ως εκφραστές της θέλησης του λαού, οφείλουν και πολιτική να χαράσσουν και να ελέγχουν τα Σώματα Ασφαλείας. Προτείνω όμως την κατάργηση του «στραγγαλιστικού» επιχειρησιακού ελέγχου του Σώματος. Ο Αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ είναι υπόλογος στον Υπουργό. Αφού όμως πρώτα αφεθεί ελεύθερος να δράσει..

·         Βήμα τέταρτο: Έγκριση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. από την Βουλή των Ελλήνων.

Δεν είναι δυνατόν να ομιλούμε περί συναινέσεως σε διάφορα πολιτικά ζητήματα και να μη το πράττουμε στο κορυφαίο θεσμικά θέμα της επιλογής του αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. Ασφαλώς η επιλογή του αρχηγού είναι πολιτική και έτσι πρέπει. Ο Αρχηγός καλείται να εφαρμόσει συγκεκριμένη πολιτική και να συνεργαστεί στενά με τον εκάστοτε υπουργό, άρα πρέπει να είναι δικής του επιλογής. Όμως στους καιρούς που ζούμε, η έννοια της «λογοδοσίας» (accountability) είναι σημαντικό βήμα για την ενίσχυσης της ίδιας της Δημοκρατίας. Ο αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. υπηρετεί όλον τον  ελληνικό λαό, άρα πρέπει να εγκρίνεται και να ελέγχεται από το σύνολο των εκπροσώπων του. Τους έλληνες βουλευτές.  Επιπλέον, μια έγκριση της Βουλής αναβαθμίζει το κύρος του Αρχηγού και του δίνει μια διευρυμένη εξουσία ώστε να επιτελέσει με μεγαλύτερη άνεση το έργο του.

Προφανώς η λίστα αυτή δεν εξαντλεί τα θέματα που χρίζουν συζήτησης και εκσυγχρονισμού στην ΕΛ.ΑΣ. Δεν ήταν αυτή άλλωστε η φιλοδοξία του γράφοντος. Σκοπός ήταν να παραθέσω κάποιες θεσμικού τύπου αλλαγές που θα έφερναν έναν νέο ‘άνεμο’ στο Σώμα.

Θεωρώ ότι αυτές οι αλλαγές είναι «εκ των ων ουκ άνευ» προκειμένου η Αστυνομία να αποκτήσει το θεσμικό υπόβαθρο για να συνεχίσει με επιτυχία το έργο της.

Ακούει κανείς?




Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΜΠΛΟΚΗΣ ΤΗΣ ΕΛ.ΑΣ.

Ζούμε σε ταραγμενες εποχές. Τα πρώτα δείγματα τυφλής βίας εκαναν  κι ολας την εμφανιση τους.

Αργά ή γρήγορα τα στελέχη της ΕΛ.ΑΣ. θα εμπλακούν με πολίτες. Είναι η νομοτελειακή εξέλιξη της άσχημης πραγματικότητας που ζούμε.

Το παρακάτω άρθρο που συνέργαψα προσπαθεί να βάλει κανόνες.

ΚΔ


                            ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΜΠΛΟΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛ.ΑΣ.
                                    Του Δρ. Κωνσταντίνου Δούβλη,
                                              εγκληματολόγου                
 
Δεν είναι πλέον μυστικό ότι η οικονομική κρίση που όλοι βιώνουμε έχει αποσυνθέσει τον κοινωνικό ιστό. Καμιά συνοχή, καμία αλληλεγγύη, μόνο το συμφέρον του ενός σε βάρος του άλλου.

Με αφορμή τα τελευταία κρούσματα τυφλής βίας  και την νομοτελειακή εμπλοκή των αστυνομικών με πολίτες (είναι ζήτημα χρόνου) αυτό το σύντομο άρθρο αποσκοπεί στο να θέσει το θέμα της χρήσης όπλου από αστυνομικούς σε σωστές βάσεις.   Εκ των υστέρων, όπως πάντα σε αυτή τη δύσμοιρη χώρα, αναλύουμε τη κάθε λεπτομέρεια με «κινηματογραφικό» τρόπο ως αν να πρόκειται για χολιγουντιανή παραγωγή και όχι κάτι που συνέβη στην χώρα μας, στην πόλη μας, στη γειτονία μας. Ας γίνει μια φορά το αντίθετο…

Ο έγκριτος Βρετανός Εγκληματολόγος Robert Reiner είχε πει πως «η Αστυνόμευση είναι σαν  τη ποδηλασία, μας απασχολεί μόνο όταν ένας τροχός του ποδηλάτου φύγει απ τη θέση του. Όταν όλα κυλούν ομαλά είναι μια κοινωνικά αόρατη ρουτίνα που δε συζητιέται».  Στην χώρα μας πολύ φοβούμαι πως το ποδήλατο έχει εκτροχιαστεί εντελώς και ματαίως αναζητούμε τροχούς, αλυσίδες αλλά και ποδηλάτη…

.
«Κάλιον το προλαμβάνειν» λέγανε οι αρχαίοι ημών πρόγονοι αλλά ενώ τους επικαλούμαστε συχνά,  δε τους έχουμε μοιάσει σε τίποτα. Αλήθεια, θα μπορούσε να είχε γίνει κάτι για να μη θρηνήσουμε άλλο ένα θύμα και η ΕΛ.ΑΣ. να μη παρακολουθεί το κύρος της να γίνεται κουρελόχαρτο? Ασφαλώς, αλλά απαραίτητη και αναγκαία συνθήκη είναι να πάψουμε όλοι να θεωρούμε τα κακώς κείμενα αυτής της κοινωνίας ως δεδομένα.


Ο Νόμος περί Οπλοχρησίας της ΕΛ.ΑΣ., προβλέπει μεταξύ άλλων πλήρη ψυχολογικό έλεγχο όλων των υπηρετούντων στην ΕΛ.ΑΣ. εντός 5ετίας. Πιστεύει κανείς πως αν είχε όντως λάβει χώρα, υπήρχε περίπτωση «πιστολάδες» σαν τον «ειδικό φρουρό» που προ 3 ετών δολοφόνησε εν ψυχρώ νεαρό μαθητή να βρισκόταν στις τάξεις της Αστυνομίας? Ακόμα και ένας μέτριος ψυχολόγος θα είχε αντιληφθεί πως είναι αυτό που οι Αμερικανοί ονομάζουν trigger happy, δηλαδή επιρρεπής στην οπλοχρησία και το πρόβλημα θα είχε λυθεί εν τη γενέσει του. Η συγκεκριμένη διάταξη ποτέ δεν εφαρμόστηκε, όπως πλείστες άλλες και όλοι μας το θεωρήσαμε «φυσιολογικό». Βεβαίως, υπάρχει και ο αντίλογος. Αν όντως είχε γίνει ο έλεγχος και ο συγκεκριμένος ειδικός φρουρός είχε τεθεί εκτός υπηρεσίας, σύσσωμη η συνδικαλιστική ηγεσία της υπηρεσίας του θα μιλούσε για «διώξεις» και «τον κακόμοιρο συνάδελφο που του στερούν το ψωμί του»…


Ο συγκεκριμένος Νόμος έχει γίνει αντικείμενο ανάλυσης από τον γράφοντα κατά το παρελθόν («Αξιωματική Αστυνομία», τεύχος 1, Μάρτιος 2004) όπου μετά από ενδελεχή ανάλυση είχαν επισημανθεί πολλές αρνητικές πτυχές του. Για την οικονομία της συγκεκριμένης προσέγγισης , θα σταθούμε σε ένα σημείο, αυτό της πολυπλοκότητας. Ο αστυνομικός, όπως κάθε επαγγελματίας, επιθυμεί σαφείς οδηγίες ώστε να είναι αποτελεσματικός. Υπάρχει δηλαδή άμεση σύνδεση της παραγωγικότητας του με την παροχή ξεκάθαρων  πλαισίων λειτουργίας από τους προϊσταμένους του, κανόνας που δεν διασφαλίζεται με αυτή τον ισχύοντα Νόμο. Όταν ο μέσος αστυνομικός διαβάζει περίπλοκες διατάξεις περί πυροβολισμού «ακινητοποίησης» και «εξουδετέρωσης», όταν έρχεται αντιμέτωπος με δυσνόητες προτροπές περί «μη υπέρμετρα βλαπτικής χρήσης» (!), περιέρχεται σε σύγχυση και απαξιώνει συλλήβδην όλους τους κανονισμούς.

 Το αστυνομικό έργο παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με τα υπόλοιπα επαγγέλματα. Οι αστυνομικοί καλούνται να λάβουν αποφάσεις ενώ βρίσκονται εν τω μέσω μιας τεταμένης κατάστασης (διότι διαφορετικά δε συζητάμε για χρήση όπλου) μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, στην καλύτερη περίπτωση. Το να απαιτεί η Πολιτεία εμβριθή ανάλυση των συνθηκών, οδηγεί τους αστυνομικούς είτε σε αδράνεια είτε σε διαστρεβλωμένη εφαρμογή των διατάξεων με τις γνωστές τραγικές συνέπειες.

Πως μπορεί λοιπόν ο αστυνομικός να  δράσει αποτελεσματικά αλλά και σύννομα?

Η απάντηση βρίσκεται στην εκπαίδευση. Ο αστυνομικός πρέπει να διδάσκεται πώς να ξεχωρίζει τις καταστάσεις που απειλείται άμεσα και συνεπώς να ανταποκρίνεται στην απειλή και όχι στην επίθεση. Ο τραγικός αστυνομικός τον Δεκέμβριο του 2008 δέχτηκε μεν επίθεση αλλά αυτή δεν στοιχειοθετούσε ουσιαστική απειλή και συνεπώς δεν έπρεπε να εμπλακεί.

Η προστασία της ζωής αθώων πολιτών αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα της Αστυνομίας, θεμέλια λίθο του θεσμικού της ρόλου. Η ανυπακοή ορισμένων πολιτών στις υποδείξεις της αστυνομίας εκνευρίζει ιδιαιτέρως του αστυνομικούς διότι εκλαμβάνεται ως ευθεία αμφισβήτηση του κύρους και της εξουσίας τους . Είναι όμως καθήκον τους να μάθουν να ξεχωρίζουν πότε έχουν να κάνουν με κακοποιούς και πότε και πότε με «επαναστατημένους νέους» που αμφισβητούν της εξουσία της Αστυνομίας για λόγους «ιδεολογικούς».

 Το απαιτούν οι καιροί, το απαιτεί η κοινωνία.

Κυριακή 8 Απριλίου 2012

ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ

Ποιό ειναι το δυσκολότερο να αλλάξει στοιχείο του ανθρώπινου ψυχισμού?

Μα η νοοτροπία!

Μια νοοτροπία της οποιας είμαστε δέσμιοι εδώ και αιώνες...

Αυτό μου ήλθε στο μυαλό αυτο το Κυρικάτικο πρωινό και αποφάσισα να αναρτήσω παλαιότερο άρθρο που συνέργαψα με αφορμή την έκρηξη στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη , που άφησε πισω της ένα θύμα και πολλές σκέψεις..

Ελπίζω να το βρείτε ενδιαφέρον!

ΚΔ


      Η ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ ΣΚΟΤΩΝΕΙ, ΟΧΙ  Η ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ.

                      Του Κωνσταντίνου Δούβλη, εγκληματολόγου

Η Ελληνική Αστυνομία και μαζί της σύσσωμη η κοινωνία θρηνούν άλλο ένα θύμα. Θύμα τρομοκρατών αλλά και της μεγαλύτερης παθογένειας της χώρας μας,  της προβληματικής νοοτροπίας.

Ποιος θα περίμενε πως θα συμβεί ένα τέτοιο περιστατικό στον καλύτερα φυλασσόμενο χώρο της Ελληνικής Επικράτειας? Κανείς!

Μέγα λάθος! Το περίμεναν αρκετοί…

Το περίμεναν αυτοί που γνωρίζουν ότι για τον Έλληνα η τήρηση των κανονισμών  χτυπάει «καμπανάκια» φόβου και απέχθειας. Το περίμεναν όσοι γνώριζαν ότι για τον   Έλληνα (ένστολό ή μη) οι διαδικασίες ελέγχου είναι «για τους κουτό-φραγκους». Το περίμεναν όσοι γνώριζαν την νοοτροπία- φονιά του «δεν ελέγχουμε την αλληλογραφία του υπουργού» διότι το αντίθετο θα θεωρηθεί «ασέβεια». Το περίμεναν όσοι επί σειρά ετών στηλίτευαν την μακαριότητα των ελεγκτικών αρχών και την (ψευδ)αίσθηση ασφάλειας που κυριαρχούσε. Το περίμεναν όσοι έλεγαν πως τα σώματα Ασφαλείας βρίσκονται σε συνεχή πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου κανείς δεν έχει δικαίωμα να χαλαρώσει. Το περίμεναν όσοι γνώριζαν πως ο έλληνας «κουβαλά»  στην δουλειά του την επιπολαιότητα που τον διακρίνει παντού.

Τέλος, το περίμεναν όσοι γνώριζαν την παθολογική δυσανεξία που έχει ο Έλληνας σε κάθε διαδικασία ελέγχου. Δυσφορεί όταν ελέγχεται στα αεροδρόμια. Δυσανασχετεί όταν «τον καθυστερούν» για να τον ελέγξουν σε έναν χώρο με αυστηρά μέτρα ασφαλείας. Πιέζει να εξαιρεθεί των ελέγχων και η πίεση αυτή μετά από σειρά ετών , καθιστά τους ελέγχους «περιττούς», απλές «οχλήσεις». Χαρακτηρίζει δε όσους επιμένουν στην τήρηση των κανονισμών ως «κολλημένους», «μονόχνοτους» και με άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς που δε γίνεται να αναφερθούν. Η νοοτροπία του  «ωχ αδελφέ» νικάει τον επαγγελματισμό για μια ακόμα φορά.

Το είχα αναφέρει και σε προηγούμενη παρέμβαση. Ο τεχνολογικός εξοπλισμός, όσο άρτιος και αν είναι,  δε πρόκειται να αντισταθμίσει την προβληματική νοοτροπία. Όσο οι διαδικασίες ασφαλείας αντιμετωπίζονται είτε ως προσβολή στην προσωπικότητα μας  είτε ως περιττές διαδικασίες, θα συνεχίζουμε να θρηνούμε θύματα.


Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ


Οικονομική κρίση, περικοπές, εθνική κατάθλιψη.
Έννοιες με τις οποίες εξοικειωθήκαμε όλοι μας, θέλοντας και μη, τα τελευταία 2 χρόνια.
Ως κοινωνικός επιστήμονας διδάχτηκα ότι όλες οι εκφάνσεις της ζωής είναι αλληλένδετες.  Κανένα είδος συμπεριφοράς ή κοινωνικής πραγματικότητας δεν υπάρχει «αυτόνομα».
Ποιος ο ρόλος της αστυνομίας σε όλα αυτά?
Προ καιρού – και προφητικά- είχα διαπιστώσει τον αυξημένης σημασίας κοινωνικό ρόλο της αστυνομίας σε αυτές τις ταραγμένες εποχές. Τότε είχα γράψει πως ο ρόλος της αστυνομίας δεν είναι μόνο κατασταλτικός αλλά ούτε και αυτός της πρόληψης. Ασφαλώς η καταστολή επιβάλλεται αλλά δεν λύνει το πρόβλημα.
Το έγκλημα έχει βαθύτερες κοινωνικές αιτίες και η αστυνομία λίγα πράγματα μπορεί να κάνει ώστε να το αποτρέψει σε κεντρικό επίπεδο.
Σε περιόδους έντονης κοινωνικο-οικονομικής κρίσης, ο ρόλος της αστυνομίας είναι και αυτός της αρωγής προς τους πολίτες. Αυτή η ιδιαίτερη προσέγγιση περιλαμβάνει και την παροχή συμβουλών και νουθεσίας.
Εδώ υπεισέρχεται η έννοια της διακριτικής ευχέρειας (discretion) που διαθέτουν οι αστυνομικοί.  Ο μέσος αστυνομικός εργάζεται χωρίς άμεση επίβλεψη, σε συνθήκες που τον καλούν να πάρει μια απόφαση σε κλάσματα δευτερολέπτου.
Εκεί πρέπει  να διαχωρίσει ποιος ειναι ο καθ έξην παραβάτης και ποιος ο περιστασιακός. Σε ποια κατηγορία ανήκει ένας μεθυσμένος οδηγός? Είναι άραγε καθ έξην μεθυσμένος, αποτελεί δημόσιο κίνδυνο και πρέπει να περάσει μέσα από τις διαδικασίες του ποινικού συστήματος ή είναι ένας  κατά τα άλλα νομοταγής πολίτης που παραστράτησε και πρέπει απλώς να συνοδευτεί στο σπίτι του?

Σε εποχές που μια κλήση μπορεί να αποτελεί το  ½ του μισθού ενός πολίτη, η αστυνομία πρέπει να επαναπροσδιορίσει τον κοινωνικό της ρόλο.

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΦΟΒΙΑ

Το κάτωθι άρθρο δημοσιεύτηκε πριν απο μερικά χρόνια. Θεωρώ όμως οτι η σημασία του ειναι διαχρονική και είναι ιδιαιτέρως επίκαιρο αυτές τις δύσκολες μέρες.

Ιδού λοιπόν...

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ»,  ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ  2006
                            ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΦΟΒΙΑ & ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ:      
                                     ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
                               Του Κωνσταντίνου Δούβλη, Εγκληματολόγου

«Λογική ή παράλογη κατάσταση πανικού ή εγρήγορσης προκληθείσα από την πίστη πως κάποιος κινδυνεύει να γίνει θύμα εγκληματικής συμπεριφοράς».

Ορισμός της εγκληματοφοβίας από το Λεξικό Εγκληματολογίας Sage.(4)

Με αφορμή την προσφάτως δημοσιευθείσα έρευνα της VPRC για λογαριασμό της «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ» (20/11/2005), το παρόν άρθρο επιχειρεί μια σύντομη ανάλυση των αιτίων της λεγόμενης «εγκληματοφοβίας», η  ύπαρξη της οποίας αποτελεί τον πυρήνα της έρευνας. Αναλύεται επίσης η επιθυμία των πολιτών για μεγαλύτερη εμφανή  παρουσία της Αστυνομίας στην περιοχή τους ως μέσο αποτροπής τέλεσης παραβατικών πράξεων.

Κατ αρχάς, ας κάνουμε τον διαχωρισμό μεταξύ εγκληματικότητας και εγκληματοφοβίας. Η πρώτη στηρίζεται σε στατιστικά στοιχεία και αποτυπώνει την τέλεση ποινικώς κολάσιμων πράξεων, δίνοντας μια σαφή εικόνα για την κατάσταση που επικρατεί σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Η δεύτερη αναφέρεται στο αίσθημα που αποκομίζουν οι πολίτες σχετικά με το πόσο ασφαλείς είναι και στο πόσο πιθανό θεωρούν να πέσουν θύμα εγκληματικών πράξεων. Γεγονός είναι πως οι δυο αυτές παράμετροι δε συνδέονται άμεσα μεταξύ τους. Η χώρα μας αποτελεί κλασσικό παράδειγμα, καθ ότι αν και μια από τις ασφαλέστερες σύμφωνα με όλους τους επίσημους δείκτες, κατακλύζεται καθημερινά από παράπονα πολιτών σχετικά με τον φόβο θυματοποίησης. Οι αιτίες αυτού του παράδοξου είναι λίγο-πολύ γνωστές και μπορούν εν πολλοίς να αποδοθούν στις υπερβολές των ΜΜΕ που διογκώνουν διάφορα περιστατικά προς χάριν της υψηλής τηλεθέασης. Το πρόβλημα είναι όμως πως εγκληματικότητα και εγκληματοφοβία, αν και άσχετα μεταξύ τους φαινόμενα, μπορεί να έχουν το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα. Αν ένας πολίτης, παρ ότι στην ουσία ΕΙΝΑΙ, δεν ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ ασφαλής πως θα αντιδράσει? Κατά πάσα πιθανότητα ο φόβος θα τον αποτρέψει απ το να κινείται, να εργάζεται, να διασκεδάζει. Δηλαδή θα ενεργήσει όπως θα ενεργούσε αν ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ κινδύνευε! Έτσι, θα συμμετέχει όλο και λιγότερο στα κοινωνικά δρώμενα και ίσως ακόμα, δια του περιορισμού των δραστηριοτήτων του, δημιουργήσει εγκληματικότητα δίνοντας περισσότερο «ζωτικό χώρο» σε κακοποιά στοιχεία.

Ας επιστρέψουμε όμως στην έρευνα. Με γενικές ερωτήσεις προσπαθεί να μετρήσει πόσο «ασφαλείς» αισθάνονται οι πολίτες στη γειτονιά τους κατά τη διάρκεια της ημέρας, της νύχτας και κατά πόσο πιστεύουν πως είναι πιθανό κάποιος να τους κλέψει στον δρόμο ή να εισβάλει  στο σπίτι τους. Παρ ότι οι απαντήσεις που δίνονται στα ερωτήματα αναδεικνύουν ένα μάλλον διάχυτο πνεύμα ανασφάλειας, η γενική φύση των ερωτήσεων δεν δίνει την δυνατότητα στον αναγνώστη να αντιληφθεί αν και κατά πόσον ο πολίτης φοβάται πως θα πέσει θύμα της λεγόμενης «βαριάς» εγκληματικότητας ή λιγότερο σοβαρών αδικημάτων.


 Η εγκληματοφοβία, όπως προαναφέρθηκε, είναι σίγουρα η συνισταμένη δυο παραγόντων, της σοβαρότητας του εγκλήματος καθώς και της πιθανότητας να συμβεί αυτό σε κάποιον από εμάς. Τα επίπεδα του φόβου καθορίζονται από την αντίληψη που έχουμε περί εγκλήματος, από τις πληροφορίες που έχουμε γι αυτό, από το ρίσκο που παίρνουμε στην καθημερινότητα μας καθώς και από τις εναλλακτικές λύσεις που έχουμε ώστε να αντιμετωπίσουμε αυτό που ίσως μας συμβεί. Χαρακτηριστική είναι η μελέτη των Εγκληματολόγων Mark Warr & Mark Stafford (1). Αναλύοντας στοιχεία από μια έρευνα του 1981 στο Σιάτλ των ΗΠΑ διαπίστωσαν τα εξής: Όταν ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να αξιολογήσουν τα εγκλήματα σε σχέση με την σοβαρότητα τους καθώς και με την πιθανότητα που έχουν να συμβούν, παρατηρήθηκε πως ναι μεν –όπως αναμένετο- εγκλήματα όπως η ανθρωποκτονία ήταν ψηλά στην λίστα της σοβαρότητας όμως οι περισσότεροι ανησυχούν για ήσσονος σημασίας παραβάσεις όπως η ρίψη μπαζών. Γιατί συμβαίνει αυτό? Μα απλούστατα διότι γνωρίζουν πως η δεύτερη περίπτωση , παρ ότι μικρότερης σημασίας, έχει σαφώς περισσότερες πιθανότητες να συμβεί. Οδηγούμαστε λοιπόν στο συμπέρασμα πως αν οι διωκτικές αρχές στρέψουν την προσοχή τους σε ίσως λιγότερο σοβαρά, αλλά πιθανότερα να συμβούν, εγκλήματα όπως οι κλοπές οικιών θα συμβάλλουν περισσότερο στην μείωση του σχετιζόμενου με την εγκληματικότητα φόβου. (65% των ερωτηθέντων στην έρευνα της VPRC φοβούνται πως κάποιος θα προσπαθήσει μέσα στους επόμενους 12 μήνες να εισβάλει στο σπίτι τους.)

Περιπολίες: Είναι όντως πανάκεια?

Ο μέσος πολίτης λοιπόν ζητά περισσότερη αστυνόμευση και κυρίως την εμφανή παρουσία της αστυνομίας στη γειτονιά του. Τι το φυσιολογικότερον. Είναι όμως αυτός ο ενδεδειγμένος τρόπος για την μείωση της εγκληματικότητας? Υπάρχει κάποιο επιστημονικό στοιχείο που να υποστηρίζει αυτή τη λαϊκή απαίτηση?

Ας αρχίσουμε παραθέτοντας τις τρεις βασικές λειτουργίες των περιπολιών: Η πρώτη είναι η λεγόμενη «αποτρεπτική» λειτουργία, βασιζόμενη στην θεωρία πως η παρουσία αστυνομικού αποτρέπει την τέλεση εγκληματικών πράξεων. Η δεύτερη είναι η ενίσχυση του λαϊκού αισθήματος ασφάλειας, δηλαδή η μείωση της εγκληματοφοβίας και η  τρίτη είναι πως δια της παρουσίας τους οι αστυνομικοί είναι διαθέσιμοι στις κλήσεις των πολιτών.

Ο εγκληματολόγος O.W. Wilson, αυθεντία σε ζητήματα αστυνόμευσης, ισχυρίζεται πως οι περιπολίες έχουν ως σκοπό να δημιουργήσουν την αίσθηση πως η αστυνομία είναι «πανταχού παρούσα» και να εξαλείψουν κάθε σκέψη για τέλεση εγκληματικών πράξεων. Η δεύτερη λειτουργία σκοπό έχει να «διαβεβαιώσει τους  νομιμόφρονες πολίτες πως προστατεύονται από το έγκλημα»,  ισχυρίζεται ο Samuel Walker , ένας απ τους πλέον γνωστούς ειδικούς σε θέματα αστυνόμευσης. Συνεχίζει διατυπώνοντας την άποψη πως «οι περισσότεροι πολίτες πιστεύουν πως οι περιπολίες αποτρέπουν την τέλεση εγκλημάτων. Όταν τους ζητείται να προτείνουν ιδέες για την βελτίωση της Αστυνόμευσης, οι περισσότεροι πολίτες ζητούν περισσότερους

αστυνομικούς και περιπολίες στη γειτονιά τους».(2) Αυτή η ρήση επιβεβαιώνεται και από την έρευνα της VPRC όπου το 84% των ερωτηθέντων πιστεύει πως η εγκληματικότητα θα αντιμετωπισθεί αποτελεσματικότερα με την αύξηση των περιπολιών στους δρόμους. Είναι όμως αυτή η πραγματικότητα?

Το 1973 έλαβε χώρα η πρώτη αξιόπιστη μελέτη αποτελεσματικότητας περιπολιών, πιο γνωστή ως «The Kansas Preventive Patrol Experiment” . Η έρευνα μέτρησε τον αντίκτυπο διαφορετικών επιπέδων περιπολιών στους ακόλουθους παράγοντες 1. εγκληματική δραστηριότητα, 2. λαϊκές εντυπώσεις και συμπεριφορές και 3. συμπεριφορά αστυνομικών και πρακτικές αστυνομικού Σώματος. Τα αποτελέσματα παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, καθ ότι καταρρίπτουν αρκετούς μύθους σχετικά με τις περιπολίες:

Η έρευνα έδειξε πως διακυμάνσεις στα επίπεδα περιπολιών δεν είχαν καμία σοβαρή επίπτωση ούτε στην εγκληματική δραστηριότητα, ούτε στο αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.  Σε αντίθεση λοιπόν με την λαϊκή άποψη, παρατηρούμε πως η τέλεση περισσότερων αριθμητικά περιπολιών δεν οδηγεί σε μείωση της εγκληματικότητας. Μείωση επίσης των περιπολιών δεν οδηγεί, όπως πολλοί θα ανέμεναν, σε «κύμα» εγκληματικότητας. Τα αποτελέσματα αυτά που κλόνισαν διάφορους «λαϊκούς μύθους» σχετικά με την αστυνόμευση ήταν φυσικό να προκαλέσουν εντύπωση και να οδηγήσουν στο προφανές ερώτημα, «γιατί»?

Διάφοροι λόγοι συντελούν στο παραπάνω φαινομενικά παράδοξο συμπέρασμα. Ας αναφέρουμε τους πιο βασικούς. Πρώτα από όλα, οι περιπολίες αριθμητικά είναι τόσο περιορισμένες και η παρουσία αστυνομιών τόσο αραιή, που ακόμα και ο διπλασιασμός της παρουσίας τους δεν πρόκειται να έχει σοβαρά αποτελέσματα. Ένας άλλος, ακόμα σοβαρότερος λόγος είναι πως πολλά αδικήματα λαμβάνουν χώρα σε κλειστούς, εσωτερικούς χώρους όπου βεβαίως η παρουσία περιπολιών είναι ανύπαρκτη. Όπως αναφέρει ο Samuel Walker, 33,7% των ερωτικών εγκλημάτων βίας συμβαίνουν σε οικίες. Επίσης, περίπου 60% των ανθρωποκτονιών γίνονται μεταξύ γνωστών  και σε αυτές τις περιπτώσεις οι θύτες δεν υπολογίζουν το ενδεχόμενο ρίσκο ή την τιμωρία και βεβαίως δε δίνουν καμία σημασία στο αν και κατά πόσον περιπολείται η περιοχή.

Μια ακόμα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσέγγιση, αφορά μια ψευδαίσθηση που δημιουργείται στους πολίτες σχετικά με την παρουσία της αστυνομίας, ονομαζόμενη από τους Εγκληματολόγους «Στιγμιαία αποτροπή» (residual detterence) ή επί το λαϊκότερον, φαινόμενο «φαντασμάτων». (phantom effect). Ο όρος ανήκει στον εγκληματολόγο Lawrence Sherman και βασίζεται στη λογική πως οι πολίτες πιστεύουν πως η αστυνομία είναι παρούσα ακόμα και όταν δεν περιπολεί, λόγω του ότι είδαν αστυνομικούς κάποια στιγμή νωρίτερα (πχ. την προηγούμενη μέρα στο ίδιο ή διαφορετικό μέρος) Η παρουσία των αστυνομικών λοιπόν εντυπώνεται στην συνείδησή τους και, λόγω του ότι δε γνωρίζουν τα όρια και τις ακριβείς περιοχές αστυνόμευσης, παραμένουν με την εντύπωση της αστυνομικής παρουσίας.


Εν ολίγοις, η παραδοσιακή προσέγγιση στην αστυνόμευση, που έχει δημιουργήσει έναν λαϊκό μύθο, υπερεκτιμά το ποσοστό των εγκλημάτων τα οποία αποτρέπονται από τις περιπολίες και γενικότερα από την παρουσία της αστυνομίας.

Το πείραμα αυτό οδήγησε στην τέλεση άλλων που αυτή τη φορά προσπάθησαν  να προσεγγίσουν το θέμα των πεζών περιπολιών όπως το Newark foot patrol experiment. Σε ότι αφορά την εγκληματικότητα, τα αποτελέσματα ήταν ίδια με το πείραμα του Kansas. Καμία σημαντική μείωση στην λεγόμενη «βαριά» εγκληματικότητα. Η ενδιαφέρουσα πτυχή του πειράματος όμως αφορά την συμπεριφορά των πολιτών. Οι πολίτες λόγω της άμεσης οπτικής επαφής με τους πεζούς αστυνομικούς καταλάβαιναν τη διαφορά στα επίπεδα πεζών περιπολιών και όσοι είχαν αυξημένη παρουσία αστυνομικών είδαν βελτίωση στις συνθήκες διαβίωσης τους.

Τα αποτελέσματα αυτά επαληθεύτηκαν από ένα ακόμα σημαντικό πείραμα που έλαβε χώρα στην πόλη Φλιντ, στην Πολιτεία του Μίσιγκαν. (The Flint foot patrol experiment) Ο σκοπός του πειράματος ήταν ο ίδιος, να διαπιστωθεί δηλαδή αν και κατά πόσο οι πεζές περιπολίες ενισχύουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Μετά τον τρίτο χρόνο του πειράματος « περίπου 70% των ερωτηθέντων πολιτών δήλωσαν πως αισθάνονται πιο ασφαλείς ως αποτέλεσμα των πεζών περιπολιών.» (3)

Αφού λοιπόν οι αυξημένες περιπολίες δεν αρκούν ως μέτρο πρόληψης παραβατικών συμπεριφορών , ποια είναι η ενδεδειγμένη λύση?

Μπορεί οι περιπολίες και η ποσοτική αύξησή τους να μην αποδίδουν τα προσδοκώμενα, όμως η ποιοτική αναβάθμιση τους έχει συμβάλει στην μείωση και της εγκληματικότητας και της εγκληματοφοβίας.
Εν συντομία, παρατίθενται οι πιο αποτελεσματικές μέθοδοι προς αυτή τη κατεύθυνση που έχουν υιοθετηθεί στις ΗΠΑ:

  1. Ιεραρχική ανταπόκριση στις κλήσεις πολιτών.

‘Ένας ακόμα μύθος σχετικά με την αστυνόμευση αφορά τον χρόνο που απαιτείται για την ανταπόκριση της αστυνομίας στις κλήσεις των πολιτών. Κατά το πρόσφατο παρελθόν – ίσως ακόμα και σήμερα σε ορισμένες περιπτώσεις- αποτελούσε σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης της απόδοσης και της παραγωγικότητας των Αστυνομικών υπηρεσιών. Δυστυχώς μια τέτοια προσέγγιση  στερείται βάσεως και θα εξηγηθεί αμέσως το γιατί.

Η ταχύτατη ανταπόκριση στις κλήσεις των πολιτών εκτός από ουτοπική, είναι ουσιαστικά ανούσια ή ακόμα και προβληματική σε ορισμένες περιπτώσεις. Σκεφθείτε το ακόλουθο παράδειγμα: Το τηλεφωνικό κέντρο της Αμέσου Δράσεως δέχεται μια κλήση  στις 07.00 για μια διάρρηξη που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της νύχτας. Είναι άραγε απαραίτητο να σπεύσει το περιπολικό μέσα σε ελάχιστο χρόνο?



Το αδίκημα έχει συμβεί προ πολλών ωρών, οι δράστες έχουν εξαφανιστεί  προ πολλού και το

μόνο που θα κάνει το πλήρωμα του περιπολικού είναι να καταγράψει το συμβάν.  Αυτή λοιπόν η καταγραφή μπορεί να γίνει λίγο αργότερα και το
πλήρωμα του περιπολικού να ασχοληθεί κατά προτεραιότητα με άλλα περιστατικά όπου ίσως η παρουσία του  είναι περισσότερο απαραίτητη.

Σημαντική παράμετρος εδώ είναι η πληροφόρηση των πολιτών από το τηλεφωνικό κέντρο σχετικά με τον χρόνο που θα απαιτηθεί. Έρευνες έχουν αποδείξει πως η ικανοποίηση των πολιτών  ήταν άμεσα συνδεδεμένη με το « αν ο  καλών πληροφορήθηκε πως ίσως καθυστερήσει η ανταπόκριση της αστυνομίας». (2)

  1. Χαρτογράφηση του εγκλήματος

Η τεχνική της χαρτογράφησης της εγκληματικότητας είναι μια νέα τάση στην σύγχρονη Εγκληματολογία.  Μέσω της αποτύπωσης σε χάρτη των περιοχών που μαστίζονται περισσότερο από συγκεκριμένες μορφές παραβατικής συμπεριφοράς, μπορούν οι περιπολίες να επικεντρωθούν σε αυτές, απαλλαγμένες βεβαίως από τα συνήθη καθήκοντά τους. Η λεγόμενη «στοχευμένη περιπολία» έχει συνήθως εντολές να αναζητά συγκεκριμένους τύπους υπόπτων ή συγκεκριμένους τύπους εγκλημάτων με βάση τα στοιχεία που έχουν αναδειχθεί μέσω της προαναφερθείσας χαρτογράφησης.

3. Προγράμματα τύπου community policing


Ο θεσμός της «κοινοτικής αστυνόμευσης» - «Αστυνομικός της γειτονιάς στην Ελλάδα-  βασίζεται στην πολύ απλή αρχή πως μια βελτίωση στις σχέσεις αστυνομικών-πολιτών οδηγεί στην αναβάθμιση των παρεχομένων υπηρεσιών, σε καλύτερη συνεργασία και λογικά σε ποιοτικότερη αστυνόμευση. Το θέμα της κοινοτικής αστυνόμευσης έχει γίνει αντικείμενο εκτεταμένης μελέτης στο εξωτερικό (κυρίως στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο) αλλά και στην Ελλάδα με μελέτες εκλεκτών συναδέλφων. Στο παρόν άρθρο θα περιοριστούμε στην εφαρμογή του στις περιπολίες και στην μείωση της εγκληματοφοβίας.
Πολλά προγράμματα που αποσκοπούσαν στην μείωση της εγκληματοφοβίας στις ΗΠΑ συμπεριλάμβαναν άμεση και προσωπική επαφή αστυνομικών και πολιτών. Στο Χιούστον του Τέξας, επί παραδείγματι, το πλήρωμα των περιπολικών είχε διαταχθεί να βγαίνει από τα οχήματα και να έχει ολιγόλεπτες συναντήσεις γνωριμίας με τους πολίτες. Στην αποτίμηση του προγράμματος μετά την παρέλευση 3 ετών, αποδείχθηκε πως αυτές οι συναντήσεις γνωριμίας «οδήγησαν σε μικρότερη εγκληματοφοβία, αίσθηση μείωσης της διατάραξης της τάξης και σε πιο θετικές απόψεις για την αστυνομία.» (4)







Στο εξωτερικό το θέμα της εγκληματοφοβίας αντιμετωπίζεται ως προτεραιότητα από την φυσική αλλά και την πολιτική ηγεσία των Σωμάτων ασφαλείας. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι αρκετοί. Ξεχωρίζουν οι διαφημιστικές καμπάνιες και η προσέγγιση των πολιτών μέσω φυλλαδίων αλλά και προσωπικών συναντήσεων προκειμένου να πειστούν πως οι φόβοι τους είναι σε πολλές περιπτώσεις παράλογοι, καθ ότι δε βασίζονται σε στοιχεία και συνεπώς ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Μια άλλη μέθοδος είναι η συνεννόηση με τα ΜΜΕ ώστε να γίνεται μια πιο υπεύθυνη και ρεαλιστική αναπαράσταση των γεγονότων που σχετίζονται με την εγκληματικότητα. Είναι καιρός, λαμβάνοντας υπ όψιν τις πολιτισμικές και κοινωνικές μας ιδιαιτερότητες, να κάνουμε κάτι ανάλογο και στην Ελλάδα.





                                       ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Crutchfield, Robert & Bridges, George &Weis, Joseph   Crime, Pine Forge Press, 1996

2. Walker, Samuel The police in America, An introduction, McGraw Hill College, 1999

  1. Trojanowicz, Robert & Kappeler, Victor & Gaines, Larry Community policing: A contemporary perspective , Anderson Publishing, 2002

 4. The Sage Dictionary of Criminology, compiled and edited by Eugen McLaughlin and John Muncie